x
x

Radio Station Of O Stavros tou Notou

  • desc

    ΣΠΑΣΜΕΝΟ ΚΑΡΑΒΙ - Κώστας Καράλης

    3:48

    Ο Κώστας Καράλης τραγουδά το Σπασμένο καράβι από το ομώνυμο ποίημα του Γιάννη Σκαρίμπα που μελοποίησε ο Γιάννης Σπανός. Απόσπασμα από εκπομπή της ΕΡΤ που παρουσίασε ο Γ. Παπαστεφάνου τον Φεβρουάριο

  • desc

    Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΚΥΡ ΜΕΝΤΙΟΥ - ΝΙΚΟΣ ΞΥΛΟΥΡΗΣ

    4:03

    Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΚΥΡ' ΜΕΝΤΙΟΥ - ΝΙΚΟΣ ΞΥΛΟΥΡΗΣ
    Η μπαλάντα του κυρ Μέντιου - 1980

    Στίχοι: Κώστας Βάρναλης
    Μουσική: Λουκάς Θάνου
    1. Νίκος Ξυλούρης


    Δεν λυγάνε τα ξεράδια και πονάνε τα ρημάδια
    κούτσα μια και κούτσα δυο στης ζωής το ρημαδιό
    Μεροδούλι ξενοδούλι δέρναν ούλοι οι αφέντες δούλοι
    ούλοι δούλοι αφεντικό και μ' αφήναν νηστικό
    και μ' αφήναν νηστικό

    Ανωχώρι κατωχώρι ανηφόρι κατηφόρι
    και με κάμα και βροχή ώσπου μου `βγαινε η ψυχή
    Είκοσι χρονώ γομάρι σήκωσα όλο το νταμάρι
    κι έχτισα στην εμπασιά του χωριού την εκκλησιά
    του χωριού την εκκλησιά

    Άιντε θύμα άιντε ψώνιο άιντε σύμβολο αιώνιο
    αν ξυπνήσεις μονομιάς θα `ρθει ανάποδα ο ντουνιάς
    θα `ρθει ανάποδα ο ντουνιάς

    Και ζευγάρι με το βόδι άλλο μπόι κι άλλο πόδι
    όργωνα στα ρέματα τ αφεντός τα στρέμματα
    Και στον πόλεμο όλα για όλα κουβαλούσα πολυβόλα
    να σκοτώνονται οι λαοί για τ' αφέντη το φαΐ
    για τ' αφέντη το φαί

    Άιντε θύμα άιντε ψώνιο...

    Koίτα οι άλλοι έχουν κινήσει έχει η πλάση κοκκινίσει
    άλλος ήλιος έχει βγει σ' άλλη θάλασσα άλλη γη

    Άιντε θύμα άιντε ψώνιο..

  • desc

    Νίκος Καββαδίας - Federico Garcia Lorca

    3:19

    Μια ρεαλιστική απεικόνιση της εκτέλεσης των 200 κομμουνιστών, των έγκλειστων στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου, από τους Γερμανούς (1/5/1944), της ομαδικής σφαγής των κατοίκων του Διστόμου Βοιωτίας απ' τους ναζιστές και ταγματασφαλίτες (10/6/1944). Ο θάνατος του μεγάλου Ισπανού ποιητή Λόρκα από τους φρανκιστές (Αύγ. 1936) τον συγκλονίζει: «Κι απάνω στη φοράδα σου δεμένος σταυρωτά... / μέσα από τα διψασμένα της χωράφια τ' ανοιχτά...». Ο ποιητής της θάλασσας Ν. Καββαδίας είναι περισσότερο γνωστός απ' τα ποιήματα της θάλασσας, παρά απ' τη δράση του...
    Μετά την είσοδο των Ναζί στην Αθήνα, ο Νίκος Καββαδίας βρέθηκε στις γραμμές του ΚΚΕ.Εντάχθηκε στο ΕΑΜ, αρχικά στο ΕΑΜ Ναυτικών και αργότερα στο ΕΑΜ Λογοτεχνών -Ποιητών. Στην περίοδο της Κατοχής ο Νίκος Καββαδίας δημοσίευσε και τα αντιστασιακά του ποιήματα με πρώτο το «Αθήνα 1943», ενώ το 1944 δημοσίευσε το ποίημα «Στον τάφο του ΕΠΟΝίτη». Το 1945 δημοσίευσε το «Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα», και το ποίημα «Αντίσταση». Λίγο πριν από το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967 έδωσε μια μεγάλη συνέντευξη στο περιοδικό «Πανσπουδαστική» όπου αφιέρωσε και το ποίημα του «Σπουδαστές».

    Στίχοι: Νίκος Καββαδίας
    Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
    Εκτέλεση: Γιάννης Κούτρας

    Ανέμισες για μια στιγμή το μπολερό
    και το βαθύ πορτοκαλί σου μεσοφόρι
    Αύγουστος ήτανε δεν ήτανε θαρρώ
    τότε που φεύγανε μπουλούκια οι σταυροφόροι

    Παντιέρες πάγαιναν του ανέμου συνοδειά
    και ξεκινούσαν οι γαλέρες του θανάτου
    στο ρογοβύζι ανατριχιάζαν τα παιδιά
    κι ο γέρος έλιαζε, ακαμάτης, τ'αχαμνά του

    Του ταύρου ο Πικάσο ρουθούνιζε βαριά
    και στα κουβέλια τότε σάπιζε το μέλι
    τραβέρσο ανάποδο, πορεία προς το βοριά
    τράβα μπροστά, ξοπίσω εμείς και μη σε μέλει

    Κάτω απ' τον ήλιο αναγαλιάζαν οι ελιές
    και φύτρωναν μικροί σταυροί στα περιβόλια
    τις νύχτες στέρφες απομέναν οι αγκαλιές
    τότες που σ' έφεραν, κατσίβελε, στη μπόλια

    Ατσίγγανε κι αφέντη μου με τι να σε στολίσω;
    φέρτε το μαυριτάνικο σκουτί το πορφυρό
    στον τοίχο της Καισαριανής μας φέραν από πίσω
    κι ίσα ένα αντρίκειο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό.

    Κοπέλες απ' το Δίστομο, φέρτε νερό και ξύδι
    κι απάνω στη φοράδα σου δεμένος σταυρωτά
    σύρε για κείνο το στερνό στην Κόρδοβα ταξίδι
    μέσα απ' τα διψασμένα της χωράφια τα ανοιχτά

    Βάρκα του βάλτου ανάστροφη
    φτενή δίχως καρένα
    σύνεργα που σκουριάζουνε σε γύφτικη σπηλιά
    σμάρι κοράκια να πετάν στην έρημην αρένα
    και στο χωριό να ουρλιάζουνε τη νύχτα εφτά σκυλιά.

    (Αφιερωμένο στο Σπινέλλι, που από το πολυτεχνείο (15/11) του 2003 μέχρι σήμερα, δεν έχουμε κουραστεί να το τραγουδάμε! Κι ας γεράσαμε! :P)

  • desc

    Θάνος Μικρούτσικος - Οι 7 νάνοι στο ss Cyrenia

    6:36

    ΔΙΣΚΟΣ (1998) Ο ΘΑΝΟΣ ΜΙΚΡΟΥΤΣΙΚΟΣ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΘΑΝΟ ΜΙΚΡΟΥΤΣΙΚΟ

    Στίχοι: Νίκος Καββαδίας
    Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
    Πρώτη εκτέλεση: Χαρούλα Αλεξίου
    Άλλες ερμηνείες: Θάνος Μικρούτσικος

    Εφτά. Σε παίρνει αριστερά, μην το ζορίζεις.
    Μάτσο χωράνε σε μια κούφιαν απαλάμη.
    Θυμίζεις κάμαρες κλειστές, στεριά μυρίζεις.
    Ο πιο μικρός αχολογάει μ' ένα καλάμι.

    Γυαλίζει ο Σημ της μηχανής τα δυο ποδάρια.
    Ο Ρεκ λαδώνει στην ανάγκη το τιμόνι.
    Μ' ένα φτερό ξορκίζει ο Γκόμπυ τη μαλάρια
    κι ο στραβοκάνης ο Χαράμ πίτες ζυμώνει.

    Απ' το ποδόσταμο πηδάνε ως τη γαλέτα.
    -Μπορώ ποτέ να σου χαλάσω το χατήρι;
    Κόρη ξανθή και γαλανή που όλο εμελέτα
    ποιος ρήγα γιός θε να την πιεί σ' ένα ποτήρι.

    Ραμάν αλλήθωρε, τρελέ, που λύνεις μάγια,
    κατάφερε το σταυρωτό του νότου αστέρι
    σωρός να πέσει να σκορπίσει στα σπιράγια,
    και πες του κάτω από ένα δέντρο να με φέρει.

    Ο Τοτ, του λείπει το ένα χέρι μα όλο γνέθει,
    τούτο το απίθανο σινάφι να βρακώσει.
    Εσθήρ, ποια βιβλική σκορπάς περνώντας μέθη;
    Ρούθ, δε μιλάς; Γιατί τρεκλίζουμε οι διακόσιοι;

    Κουφός ο Σάλαχ το κατάστρωμα σαρώνει.
    - Μ' ένα ξυστρι καθάρισέ με απ' τη μοράβια.
    Μα είναι κάτι πιο βαθύ που με λερώνει.
    - Γιέ μου πού πας; Μάνα, θα πάω στα καράβια.

    Κι έτσι μαζί με τους εφτά κατηφοράμε.
    Με τη βροχή, με τον καιρό που μας ορίζει.
    Τα μάτια σου ζούνε μια θάλασσα, θυμάμαι...
    Ο πιο στερνός μ΄έναν αυλό με νανουρίζει.

    Κουφός ο Σάλαχ το κατάστρωμα σαρώνει.
    - Μ' ένα ξυστρι καθάρισέ με απ' τη μοράβια.
    Μα είναι κάτι πιο βαθύ που με λερώνει.
    - Γιέ μου πού πας; Μάνα, θα πάω στα καράβια.

  • desc

    ΕΝΑΣ ΝΕΓΡΟΣ ΘΕΡΜΑΣΤΗΣ ΑΠΟ ΤΟ ΤΖΙΜΠΟΥΤΙ

    5:16

    ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ - ΕΝΑΣ ΝΕΓΡΟΣ ΘΕΡΜΑΣΤΗΣ ΑΠΟ ΤΟ ΤΖΙΜΠΟΥΤΙ -- by KronosAgrinio

    Στίχοι: Νίκος Καββαδίας
    Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος

    Ο Γουίλι ο μαύρος θερμαστής από το Τζιμπουτί
    όταν από τη βάρδια του τη βραδινή σχολούσε
    στην κάμαρά μου ερχότανε γελώντας να με βρει
    κι ώρες πολλές για πράγματα περίεργα μου μιλούσε

    Μου `λεγε πώς καπνίζουνε στο Αλγέρι το χασίς
    και στο Άντεν πώς χορεύοντας πίνουν την άσπρη σκόνη
    κι έπειτα πώς φωνάζουνε και πώς μονολογούν
    όταν η ζάλη μ' όνειρα περίεργα τους κυκλώνει

    Μου `λεγε ακόμα ότι είδε αυτός μια νύχτα που `χε πιει
    πως πάνω σ' άτι εκάλπαζε στην πλάτη της θαλάσσης
    και πίσωθε του ετρέχανε γοργόνες με φτερά
    σαν πάμε στ' Άντεν μου `λεγε κι εσύ θα δοκιμάσεις

    Εγώ γλυκά του χάριζα και λάμες ξυραφιών
    και του `λεγα πως το χασίς τον άνθρωπο σκοτώνει
    και τότε αυτός συνήθιζε γελώντας τρανταχτά
    με το `να χέρι του ψηλά πολύ να με σηκώνει

    Μες στο τεράστιο σώμα του είχε μια αθώα καρδιά
    κάποια νυχτιά μέσα στο μπαρ Ρετζίνα στη Μαρσίλια
    για να φυλάξει εμένα από έναν Ισπανό
    έφαγε αυτός μια αδειανή στην κεφαλή μποτίλια

    Μια μέρα τον αφήσαμε στεγνό απ' τον πυρετό
    πέρα στην Άπω Ανατολή να φλέγεται να λιώνει
    θεέ των μαύρων, τον καλό συγχώρεσε Γουίλ
    και δώσ' του εκεί που βρίσκεται λίγη απ' την άσπρη σκόνη

  • desc

    Μαλαματένια λόγια - Γαργανουράκης, Χαλκιάς, Τσανακλίδου

    4:05

    Μαλαματένια λόγια
    Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
    Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
    Ερμηνεία: Χαράλαμπος Γαργανουράκης, Λάκης Χαλκιάς, Τάνια Τσανακλίδου.

    Μαλαματένια λόγια στο μαντήλι
    τα βρήκα στο σεργιάνι μου προχτές
    τ αλφαβητάρι πάνω στο τριφύλλι
    σου μάθαινε το αύριο και το χτες
    μα εγώ περνούσα τη στερνή την πύλη
    με του καιρού δεμένος τις κλωστές

    Τ αηδόνια σε χτικιάσανε στην Τροία
    που στράγγιξες χαμένα μια γενιά
    καλύτερα να σ έλεγαν Μαρία
    και να 'σουν ράφτρα μες στην Κοκκινιά
    κι όχι να ζεις μ αυτή την κομπανία
    και να μην ξέρεις τ άστρο του φονιά

    Γυρίσανε πολλοί σημαδεμένοι
    απ του καιρού την άγρια πληρωμή
    στο μεσοστράτι τέσσερις ανέμοι
    τους πήραν για σεργιάνι μια στιγμή
    και βρήκανε τη φλόγα που δεν τρέμει
    και το μαράζι δίχως αφορμή

    Και σαν τους άλλους χάθηκαν κι εκείνοι
    τους βρήκαν να γαβγίζουν στα μισά
    κι απ το παλιό μαρτύριο να 'χει μείνει
    ένα σκυλί τη νύχτα που διψά
    γυναίκες στη γωνιά μ ασετιλίνη
    παραμιλούν στην ακροθαλασσιά

    Και στ ανοιχτά του κόσμου τα καμιόνια
    θα ξεφορτώνουν στην Καισαριανή
    πώς έγινε με τούτο τον αιώνα
    και γύρισε καπάκι η ζωή
    πώς το 'φεραν η μοίρα και τα χρόνια
    να μην ακούσεις έναν ποιητή

    Του κόσμου ποιος το λύνει το κουβάρι
    ποιος είναι καπετάνιος στα βουνά
    ποιος δίνει την αγάπη και τη χάρη
    και στις μυρτιές του Άδη σεργιανά
    μαλαματένια λόγια στο χορτάρι
    ποιος βρίσκει για την άλλη τη γενιά

    Με δέσαν στα στενά και στους κανόνες
    και ξημερώνοντας μέρα κακή
    τοξότες φάλαγγες και λεγεώνες
    με πήραν και με βάλαν σε κλουβί
    και στα υπόγεια ζάρια τους αιώνες
    παιχνίδι παίζουν οι αργυραμοιβοί

    Ζητούσα τα μεγάλα τα κυνήγια
    κι όπως δεν ήμουν μάγκας και νταής
    περνούσα τα δικά σου δικαστήρια
    αφού στον άδη μέσα θα με βρεις
    να με δικάσεις πάλι με μαρτύρια
    και σαν κακούργο να με τιμωρείς.

    - Οι εικόνες των κέρινων ομοιωμάτων είναι από το Μουσείο Ελληνικής Ιστορίας: Παύλος Βρέλλης, που βρίσκεται στο νομό Ιωαννίνων.

  • desc

    oi 7 nanoi sto SS Cyrenia Thanos Mikroutsikos

    7:07

    Εφτά. Σε παίρνει αριστερά, μην το ζορίζεις.
    Μάτσο χωράνε σε μια κούφιαν απαλάμη.
    Θυμίζεις κάμαρες κλειστές, στεριά μυρίζεις.
    Ο πιο μικρός αχολογάει μ' ένα καλάμι.
    Γυαλίζει ο Σημ της μηχανής τα δυο ποδάρια.
    Ο Ρεκ λαδώνει στην ανάγκη το τιμόνι.
    Μ' ένα φτερό ξορκίζει ο Γκόμπυ τη μαλάρια
    κι ο στραβοκάνης ο Χαράμ πίτες ζυμώνει.
    Απ' το ποδόσταμο πηδάνε ως τη γαλέτα.
    -Μπορώ ποτέ να σου χαλάσω το χατήρι;
    Κόρη ξανθή και γαλανή που όλο εμελέτα
    ποιος ρήγα γιός θε να την πιεί σ' ένα ποτήρι.
    Ραμάν αλλήθωρε, τρελέ, που λύνεις μάγια,
    κατάφερε το σταυρωτό του νότου αστέρι
    σωρός να πέσει να σκορπίσει στα σπιράγια,
    και πες του κάτω από ένα δέντρο να με φέρει.
    Ο Τοτ, του λείπει το ένα χέρι μα όλο γνέθει,
    τούτο το απίθανο σινάφι να βρακώσει.
    Εσθήρ, ποια βιβλική σκορπάς περνώντας μέθη;
    Ρούθ, δε μιλάς; Γιατί τρεκλίζουμε οι διακόσιοι;
    Κουφός ο Σάλαχ το κατάστρωμα σαρώνει.
    - Μ' ένα ξυστρι καθάρισέ με απ' τη μοράβια.
    Μα είναι κάτι πιο βαθύ που με λερώνει.
    - Γιέ μου πού πας; Μάνα, θα πάω στα καράβια.
    Κι έτσι μαζί με τους εφτά κατηφοράμε.
    Με τη βροχή, με τον καιρό που μας ορίζει.
    Τα μάτια σου ζούνε μια θάλασσα, θυμάμαι...
    Ο πιο στερνός μ΄έναν αυλό με νανουρίζει.
    Κουφός ο Σάλαχ το κατάστρωμα σαρώνει.
    - Μ' ένα ξυστρι καθάρισέ με απ' τη μοράβια.
    Μα είναι κάτι πιο βαθύ που με λερώνει.
    - Γιέ μου πού πας; Μάνα, θα πάω στα καράβια.

  • desc

    Μαρίζα Κωχ - Φάτα Μοργκάνα

    2:19

    Audio only.

    Μουσική: Μαρίζα Κώχ
    Στίχοι: Νίκος Καββαδίας

    Θά μεταλάβω μέ νερό θαλασσινό
    στάλα τή στάλα συναγμένο ἀπ' τό κορμί σου
    σέ τάσι ἀρχαῖο, μπακιρένιο ἀλγερινό,
    ποῦ κοινωνοῦσαν πειρατές πρίν πολεμήσουν.

    Πούθ' ἔρχεσαι; Ἀπ' τή Βαβυλώνα.
    Ποῦ πᾶς; Στό μάτι τοῦ κυκλώνα.
    Ποιάν ἀγαπᾶς; Κάποια τσιγγάνα.
    Πῶς τή λένε; Φάτα Μοργκάνα.

    Πανί δερμάτινο, ἀλειμμένο μέ κερί,
    ὀσμή ἀπό κέδρο, ἀπό λιβάνι, ἀπό βερνίκι,
    ὅπως μυρίζει ἀμπάρι σέ παλιό σκαρί
    χτισμένο τότε στόν Εὐφράτη στή Φοινίκη.

    Πούθ' ἔρχεσαι; Ἀπ' τή Βαβυλώνα.
    Ποῦ πᾶς; Στό μάτι τοῦ κυκλώνα.
    Ποιάν ἀγαπᾶς; Κάποια τσιγγάνα.
    Πῶς τή λένε; Φάτα Μοργκάνα.

    Σκουριά πυροχρωμη στίς μίνες τοῦ Σινᾶ.
    Οἱ κάβες τῆς Γερακινῆς καί τό Στρατόνι.
    Τό ἐπίχρισμα. Ἡ ἅγια σκουριά πού μᾶς γεννᾶ,
    Μᾶς τρέφει, τρέφεται ἀπό μας, καί μᾶς σκοτώνει.

    Πούθ' ἔρχεσαι; Ἀπ' τή Βαβυλώνα.
    Ποῦ πᾶς; Στό μάτι τοῦ κυκλώνα.
    Ποιάν ἀγαπᾶς; Κάποια τσιγγάνα.
    Πῶς τή λένε; Φάτα Μοργκάνα.

  • desc

    Νίκος Καββαδίας • Ιδανικός Κι Ανάξιος Εραστής

    3:19

    Ποίηση: Νίκος Καββαδίας

    Μουσική: Γιάννης Σπανός

    Τραγουδά: Κώστας Καράλης

  • desc

    Φατα Μοργκανα -N. kavadias

    2:20

    Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό
    στάλα τη στάλα συναγμένο απ' το κορμί σου
    σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό
    που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.

    Στρείδι ωκεάνειο αρραβωνιάζεται το φως.
    Γεύση από φλούδι του ροδιού, στυφό κυδώνι
    κι ο άρρητος τόνος, πιο πικρός και πιο στυφός,
    που εναποθέτανε στα βάζα οι Καρχηδόνιοι.

    Πανί δερμάτινο, αλειμμένο με κερί,
    οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι,
    όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί
    χτισμένο τότε στον Ευφράτη στη Φοινίκη.

    Χόρτο ξανθό τρίποδο σκέπει μαντικό.
    Κι ένα ποτάμι με ζεστή, λιωμένη πίσσα,
    άγριο, ακαταμάχητο, απειλητικό,
    ποτίζει τους αμαρτωλούς που σ' αγαπήσαν.

    Rosso romano, πορφυρό της Δαμασκός,
    δόξα τού κρύσταλλου, κρασί απ' τη Σαντορίνη.
    Ο ασκός να ρέει, κι ο Απόλλωνας βοσκός
    να κολυμπάει τα βέλη του με διοσκορίνη.

    Σκουριά πυρόχρωμη στις μίνες τού Σινά.
    Οι κάβες της Γερακινής και το Στρατόνι.
    Το επίχρισμα. Η άγια σκουριά που μας γεννά,
    μας τρέφει, τρέφεται από μας, και μας σκοτώνει.

    Καντήλι, δισκοπότηρο χρυσό, αρτοφόρι.
    Άγια λαβίδα και ιερή από λαμινάρια.
    Μπροστά στην Πύλη δύο δαιμόνοι σπαθοφόροι
    και τρεις Αγγέλοι με σπασμένα τα κοντάρια.

    Πούθ' έρχεσαι; Απ' τη Βαβυλώνα.
    Πού πας; Στο μάτι του κυκλώνα.
    Ποιαν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα.
    Πώς τη λένε; Φάτα Μοργκάνα.

    Πάντα οι κυκλώνες έχουν γυναικείο
    όνομα. Εύα από την Κίο.
    Η μάγισσα έχει τρεις κόρες στο Αμανάτι
    και η τέταρτη είν' ένα αγόρι μ' ένα μάτι.

    Ψάρια που πετάν μέσα στην άπνοια,
    όστρακα, λυσίκομες κοπέλες,
    φίδια της στεριάς και δέντρα σάπια,
    άρμπουρα, τιμόνια και προπέλες.

    Να 'χαμε το λύχνο του Αλαδίνου
    ή το γέρο νάνο απ' την Καντώνα.
    Στείλαμε το σήμα του κινδύνου
    πάνω σε άσπρη πέτρα με σφεντόνα.

    Δαίμονας γεννά τη νηνεμία.
    Ξόρκισε, Allodetta, τ' όνομά του.
    Λούφαξεν ο δέκτης του ασυρμάτου,
    και φυλλομετρά τον καζαμία.

    Ο άνεμος κλαίει. Σκυλί στα λυσσιακά του.
    Γεια χαρά, στεριά, κι αντίο, μαστέλο.
    Γλίστρησε η ψυχή μας από κάτου,
    έχει και στην κόλαση μπορντέλο.

  • desc

    KURO SIWO

    2:25

    ο Κουροσίβο ή Κουροσίο (Kuroshio, στα ιαπωνικά 黒潮 , που σημαίνει «μαύρη παλίρροια») είναι ένα ισχυρό θερμό θαλάσσιο ρεύμα που διαρρέει τον βορειοδυτικό Ειρηνικό Ωκεανό. Αρχίζει έξω από τις ανατολικές ακτές της Ταϊβάν και ρέει προς τα βορειοανατολικά. Νότια της Ιαπωνίας διχάζεται σε δύο βραχίονες, από τους οποίους ο ένας εισέρχεται στη Θάλασσα της Ιαπωνίας και ονομάζεται Ρεύμα Τσουσίμα, ενώ ο άλλος, το κυρίως Κουροσίβο, συνεχίζει προς τα βορειοανατολικά, όπου και ενώνεται με το Ρεύμα του Βόρειου Ειρηνικού. Το Κουροσίο είναι ανάλογο με το Ρεύμα του Κόλπου (Γκολφ Στρημ) του Ατλαντικού Ωκεανού, καθώς μεταφέρει θερμό νερό από τους τροπικούς προς τα βόρεια. Στα αγγλικά είναι επίσης γνωστό ως Black Stream (το Μαύρο Ρεύμα) από μετάφραση της ιαπωνικής του ονομασίας, η οποία προήλθε από το βαθύ μπλε χρώμα των νερών του, αλλά και ως το «Ρεύμα της Ιαπωνίας».


    Στίχοι: Νίκος Καββαδίας
    Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
    Πρώτη εκτέλεση: Γιάννης Κούτρας
    Άλλες ερμηνείες: Θάνος Μικρούτσικος

    Πρώτο ταξίδι έτυχε ναύλος για το Νότο,
    δύσκολες βάρδιες, κακός ύπνος και μαλάρια.
    Είναι παράξενα της Ίντιας τα φανάρια
    και δεν τα βλέπεις, καθώς λένε με το πρώτο.

    Πέρ' απ' τη γέφυρα του Αδάμ, στη Νότιο Κίνα,
    χιλιάδες παραλάβαινες τσουβάλια σόγια.
    Μα ούτε στιγμή δεν ελησμόνησες τα λόγια
    που σου 'πανε μια κούφια ώρα στην Αθήνα

    Στα νύχια μπαίνει το κατράμι και τ' ανάβει,
    χρόνια στα ρούχα το ψαρόλαδο μυρίζει,
    κι ο λόγος της μες' το μυαλό σου να σφυρίζει,
    ο μπούσουλας είναι που στρέφει ή το καράβι;

    Νωρίς μπατάρισε ο καιρός κ' έχει χαλάσει.
    Σκατζάρισες, μα σε κρατά λύπη μεγάλη.
    Απόψε ψόφησαν οι δυο μου παπαγάλοι
    κι ο πίθηκος που 'χα με κούραση γυμνάσει.

    Η λαμαρίνα! ...η λαμαρίνα όλα τα σβήνει.
    Μας έσφιξε το kuro siwo σαν μια ζώνη
    κ' συ κοιτάς ακόμη πάνω απ΄το τιμόνι,
    πως παίζει ο μπούσουλας καρτίνι με καρτίνι.

  • desc

    Β.Παπακωνσταντινου - Το Μαχαιρι

    4:05

    Στίχοι: Νίκος Καββαδίας
    Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
    Πρώτη εκτέλεση: Βασίλης Παπακωνσταντίνου

    Απάνω μου έχω πάντοτε στη ζώνη μου σφιγμένο
    ένα παλιό αφρικάνικο ατσάλινο μαχαίρι
    -όπως αυτά που συνηθούν και παίζουν οι αραπάδες-
    που από έναν γέρο έμπορο αγόρασα στ' Αλγέρι.

    Θυμάμαι, ως τώρα να 'τανε, το γέρο παλαιοπώλη,
    όπου έμοιαζε με μια παλιά ελαιγραφία του Γκόγια,
    ορθόν πλάι σε μακριά σπαθιά και σε στολές σχισμένες,
    να λέει με μια βραχνή φωνή τα παρακάτου λόγια:

    «Ετούτο το μαχαίρι, εδώ, που θέλεις ν' αγοράσεις
    με ιστορίες αλλόκοτες ο θρύλος το 'χει ζώσει,
    κι όλοι το ξέρουν πως αυτοί που κάποια φορά το 'χαν,
    καθένας κάποιον άνθρωπο δικό του έχει σκοτώσει.

    Ο Δον Μπαζίλιο σκότωσε μ' αυτό τη Δόνα Τζούλια,
    την όμορφη γυναίκα του γιατί τον απατούσε.
    ο Κόντε Αντόνιο, μια βραδιά, τον δύστυχο αδελφό του
    με το μαχαίρι τούτο εδώ κρυφά δολοφονούσε.

    Ένας αράπης τη μικρή ερωμένη του από ζήλεια
    και κάποιος ναύτης Ιταλός ένα Γραικό λοστρόμο.
    Χέρι με χέρι ξέπεσε και στα δικά μου χέρια.
    Πολλά έχουν δει τα μάτια μου, μα αυτό μου φέρνει τρόμο.

    Σκύψε και δες το, μια άγκυρα κι ένα οικόσημο έχει,
    είναι αλαφρύ για πιάσε το δεν πάει ούτε ένα κουάρτο,
    μα εγώ θα σε συμβούλευα κάτι άλλο ν' αγοράσεις.»
    -Πόσο έχει; - Μόνο φράγκα εφτά. Αφού το θέλεις πάρ΄το.

    Ένα στιλέτο έχω μικρό στη ζώνη μου σφιγμένο,
    που η ιδιοτροπία μ' έκαμε και το 'καμα δικό μου,
    κι αφού κανένα δε μισώ στον κόσμο να σκοτώσω,
    φοβάμαι μη καμιά φορά το στρέψω στον εαυτό μου...

  • desc

    Vasilis Papakonstantinou Federico Garcia Lorca

    3:22

    Στίχοι: Νίκος Καββαδίας
    Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος

    Ανέμισες για μια στιγμή το μπολερό
    και το βαθύ πορτοκαλί σου μεσοφόρι
    Αύγουστος ήτανε δεν ήτανε θαρρώ
    τότε που φεύγανε μπουλούκια οι σταυροφόροι

    Παντιέρες πάγαιναν του ανέμου συνοδειά
    και ξεκινούσαν οι γαλέρες του θανάτου
    στο ρογοβύζι ανατριχιάζαν τα παιδιά
    κι ο γέρος έλιαζε, ακαμάτης, τ'αχαμνά του

    Του ταύρου ο Πικάσο ρουθούνιζε βαριά
    και στα κουβέλια τότε σάπιζε το μέλι
    τραβέρσο ανάποδο, πορεία προς το βοριά
    τράβα μπροστά, ξοπίσω εμείς και μη σε μέλει

    Κάτω απ' τον ήλιο αναγαλιάζαν οι ελιές
    και φύτρωναν μικροί σταυροί στα περιβόλια
    τις νύχτες στέρφες απομέναν οι αγκαλιές
    τότες που σ' έφεραν, κατσίβελε, στη μπόλια

    Ατσίγγανε κι αφέντη μου με τι να σε στολίσω;
    φέρτε το μαυριτάνικο σκουτί το πορφυρό
    στον τοίχο της Καισαριανής μας φέραν από πίσω
    κι ίσα ένα αντρίκειο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό.

    Κοπέλες απ' το Δίστομο, φέρτε νερό και ξύδι
    κι απάνω στη φοράδα σου δεμένος σταυρωτά
    σύρε για κείνο το στερνό στην Κόρδοβα ταξίδι
    μέσα απ' τα διψασμένα της χωράφια τα ανοιχτά

    Βάρκα του βάλτου ανάστροφη
    φτενή δίχως καρένα
    σύνεργα που σκουριάζουνε σε γύφτικη σπηλιά
    σμάρι κοράκια να πετάν στην ερήμην αρένα
    και στο χωριό να ουρλιάζουνε τη νύχτα εφτά σκυλιά.

  • desc

    Μιρέλα Πάχου & Θάνος Μικρούτσικος ~ Σταυρός του Νότου

    3:59

    Μιρέλα Πάχου & Θάνος Μικρούτσικος ~ Σταυρός του Νότου, Θέατρο Πέτρας 2016

    Στίχοι: Νίκος Καββαδίας
    Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
    Πρώτη εκτέλεση: Αιμιλία Σαρρή

  • desc

    Νίκος Καββαδίας: Yara yara - Ξέμπαρκοι

    3:17

    Yara yara - Νίκος Καββαδίας
    Τραγουδάνε Οι Ξέμπαρκοι
    Σύνθεση - ερμηνεία: Ηλίας Αριώτης - Νότης Χασάπης.
    S/S Ιόνιον 1934

    «...Mόλις φθάναμε στο τελευταίο λιμάνι, έπεφτα να κοιμηθώ, κι όταν ξυπνούσα τους είχε καταπιεί όλους η πάχνη του Yara Yara. Πού είχε πάει κείνος ο αχός, το βουητό που με κοίμιζε τόσες μέρες, που το βαριόμουνα και που τ' αγαπούσα».
    Νίκος Καββαδίας.

    Βράδυ του 1951 η εργατούπολη του Williamstown ησυχάζει. Γύρω απλώνονται τα φώτα της Μελβούρνης. Ο Yara Yara «κυλάει βαρετά ανάμεσα σε φορτηγά πελώρια και βουβά». Στο κατάστρωμα του S/S Cyrenia ίσως να βαριέται και ο ίδιος ο ποιητής.

    Yara yara.

    Καθώς αποκοιμήθηκες φύλαγε βάρδια ο κάβος
    σε σπίτι μέσα ξέχασες προχτές το φυλαχτό.
    Γελάς μα εγώ σε πούλησα στο Rio για δυο centavos
    κι απέ σε ξαναγόρασα ακριβά στη Βηρυτό.

    Με πορφυρό στα χείλη μου κοχύλι σε προστάζω
    στο χέρι το γεράκι σου και τα σκυλιά λυτά.
    Απάνωθέ μου σκούπισε τη θάλασσα που στάζω
    και μάθε με να περπατώ πάνω στη γη σωστά.

    Κούκο φορούσες κάτασπρο μικρός και κολαρίνα
    ναυτάκι του γλυκού νερού.
    Σε πιάνει -μην το πεις αλλού- σα γάτα η λαμαρίνα
    και σε σαστίζει ξαφνικό προβέτζο του καιρού.

    Το ντύμα πάρε του φιδιού και δως μου ένα μαντίλι
    εγώ και σ' έγδυσα μπροστά στο γέρο Τισιανό.
    Βίρα Κεφαλονίτισσα και μάινα το καντήλι
    σε λόφο γιαπωνέζικο κοιμάται το στερνό.

    Σου πήρα από τη Νάπολη μια ψεύτικη καμέα
    κι ένα κοράλλι ξέθωρο μαζί.
    Πίσω απ' το φριγκορίφικο στην άδεια προκυμαία
    έβενος, γλώσσα της φωτιάς, στο βάθος κρεμεζί.

    Φώτα του Melbourne βαρετά κυλάει ο Yara Yara
    ανάμεσα σε φορτηγά πελώρια και βουβά
    φέρνοντας προς το πέλαγος χωρίς να δίνει δυάρα
    του κοριτσιού το φίλημα του στοίχισε ακριβά.

    Γερά την ανεμόσκαλα καφέ για τον πιλότο
    λακίζετε αλυσόδετοι του στεριανού καημού.
    Και σένα που σε κέρδισα μιανής νυχτιάς σε λότο
    σμίγεις και πας με τον καπνό του γκρίζου ποταμού.

    Μια βάρκα θέλω ποταμέ να ρίξω από χαρτόνι
    όπως αυτές που παίζουνε στις όχθες μαθητές.
    Σκοτώνει, πες μου, ο χωρισμός; - ματώνει, δε σκοτώνει.
    Ποιος είπε φούντο; ψέματα. Δε φτάσαμε ποτές.

Recommended Playlists

Radio Station of O Stavros tou Notou
Playlist of O Stavros tou Notou
Genre Playlist of O Stavros tou Notou

Share Playlist





Advertisements